Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Σεξισμός: ένας μεγάλος εσωτερικός εχθρός


της Χρυσάνθης Μούρτη
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Είσαι σε μια παρέα αριστερών ή/και αναρχικών. Σύντροφοι που πολιτικά εκτιμάς και που έχεις βρεθεί και θα βρεθείς πολλές φορές μαζί στο κίνημα. Και όπως τα λέτε ωραία ωραία πέφτει το βλέμμα κάποιου σε μια όμορφη –για τα κυρίαρχα πρότυπα- κοπέλα και αρχίζουν να ακούγονται λέξεις όπως «κωλάρα», «μουνάρα» και άλλα τέτοια. Κι εσύ είσαι ο τύπος ή η τύπισσα που ιεραρχεί μάλλον τον αντισεξιστικό αγώνα πιο ψηλά  από τους εν λόγω συντρόφους, ίσως και γιατί ο σεξισμός σε έχει αδικήσει πολύ περισσότερο στην καθημερινή σου ζωή. Και λες «σύντροφοι είναι, δε γίνεται να μην το σχολιάσω, δε γίνεται να κάνουμε εκπτώσεις μεταξύ μας σε αυτά τα πράγματα». Και κάπως έτσι, για πολλοστή φορά, ξεκινάει μια κουβέντα που ανοίγει πολλαπλά ζητήματα που έχουν απασχολήσει πολύ, αλλά όχι αρκετά την Αριστερά.

Το πρώτο ζήτημα είναι ότι βλέπεις τους -υποτίθεται- «ομοίους» σου να έχουν πλήρως ενσωματωμένο ένα κομμάτι μιας άλλης συνείδησης, όχι αυτής που έχει σφυρηλατηθεί από τους φεμινιστικούς και αντισεξιστικούς αγώνες που έχουν δώσει οι πολιτικοί μας πρόγονοι, αλλά της συνείδησης του αντιπάλου, αυτού δηλαδή που και καλά αμφισβητούμε και πολεμάμε, γιατί έχει στην κοινωνία το πάνω χέρι και μας βάζει στη θέση που αυτός θέλει. Κι αυτό όχι γιατί είναι κακό να σου αρέσει κάποιος/α και να το εκφράζεις, αλλά επειδή σημασία έχει το γιατί σου αρέσει και πώς το εκφράζεις. Όταν δηλαδή σου αρέσει συνήθως η τύπισσα με το μεγάλο στήθος ή με τον ωραίο κώλο ή με το τακούνι, μάλλον πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσεις να συνειδητοποιείς ότι κάποιος λόγος θα υπάρχει. Και ο λόγος αυτός είναι ότι όλη σου τη ζωή αυτό σου μαθαίνανε για ωραίο και οι διαφημίσεις των ρούχων που φοράς, των αμαξιών που οδηγάς, των ποτών που πίνεις, των προϊόντων με τα οποία καθαρίζεις το σπίτι σου και η τηλεόραση γενικώς και οι τσόντες ειδικώς. Και όχι μόνο σου μάθανε ότι είναι ωραίο, αλλά σου μάθανε και ότι πρέπει να το κατακτήσεις και να το χεις δικό σου για να μπορείς να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου και να κοιμάσαι ικανοποιημένος τα βράδια. Άρα και τα κορίτσια πρέπει να φτιάχνονται για να μοιάσουν σε αυτό το πρότυπο, ώστε να τις κοιτάνε τα αγόρια και να νιώθουν κι αυτά καλά με τον εαυτό τους και όσες δεν τα καταφέρνουν να πάνε να πνιγούνε. Άμα έχεις μικρό στήθος, στραβά πόδια ή τρίχες στο πρόσωπο, δεν πας πουθενά. Αυτό είναι που λέμε εμείς οι αντισεξιστές και αντισεξίστριες «αντικειμενοποίηση του σώματος». Και αυτό είναι ένας μηχανισμός που έχει προσφέρει απλόχερα η πατριαρχία στον καπιταλισμό για να βάζει τους ανθρώπους εκεί που τους χρειάζεται, όπως για παράδειγμα (το πιο λάιτ) στη θέση του καταναλωτή προϊόντων καλλωπισμού και αδυνατίσματος. Και τους άντρες φυσικά.

Το δεύτερο ζήτημα, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, είναι το πώς το εκφράζεις. Εδώ ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο και σημείο πολλών αναλύσεων, άλλων φετιχιστικών και άλλων απαξιωτικών, που έχει αποτελέσει άλλοθι για πολλές συμπεριφορές: ο σεξιστικός λόγος. Από τη μία θα ακούσεις ότι αν δεν χρησιμοποιείς όλες τις λέξεις που σχετίζονται με το σεξ και τα γεννητικά όργανα για να αναφερθείς σε κάποιο πρόσωπο ή σε κάποια πράξη, είσαι πουριτανός και ότι αυτά τα λέει η εκκλησία, και από την άλλη θα συνειδητοποιήσεις ότι και στο μέτωπο του αντισεξισμού, δυστυχώς, πολλοί και πολλές όντως θεωρούν τη χρήση τέτοιων λέξεων και εκφράσεων εξ ορισμού σεξισμό. Εδώ το θέμα είναι να αντιλαμβανόμαστε, με όσες γλωσσολογικές γνώσεις μπορεί να έχει ο καθένας και η καθεμία, ότι οι λέξεις είναι ένα πράγμα πάρα πολύ ισχυρό. Λέμε ότι «οι λέξεις είναι σκέψεις», πράγμα που σημαίνει ότι η γλώσσα έχει την ιδιότητα να αποτυπώνει τις «σκέψεις» ολόκληρων κοινωνιών, όπως αυτές έχουν δομηθεί μέσα στην ιστορία, να αποτυπώνει ολόκληρα κοινωνικά φαινόμενα και συνειδήσεις και μέσα από τη χρήση της να τα αναπαράγει. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι αν θα πεις μια «κακιά λέξη», αλλά το αν αυτό που θα πεις φανερώνει ότι έχεις αποδεχτεί μηχανισμούς καταπίεσης και εξουσιασμού, οι οποίοι μπορούν, για παράδειγμα, να βάζουν τη γυναίκα να καθαρίζει στο σπίτι και να μην πληρώνεται ή να υφίσταται βιασμούς ή το ομοφυλόφιλο άτομο να θεωρείται ανώμαλο και να καταδιώκεται από φασίστες.

Και το τρίτο ζήτημα, το οποίο προκύπτει σε μεγάλο βαθμό και από το δεύτερο, είναι η απαξίωση του αντισεξισμού από την ίδια την αριστερά. Όλο και πληθαίνουν οι αντιδράσεις πολλών αγωνιστών και αγωνιστριών σε αντισεξιστικές τοποθετήσεις, λες και ο αντισεξισμός τους καταπιέζει, δηλαδή. Και εδώ επανέρχεται το ζήτημα των πολιτικών «εκπτώσεων». Απορεί, δηλαδή, κανείς, πώς γίνεται να θέλουμε μια κοινωνία δίκαιη με ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για όλους και όλες και παράλληλα να μην αμφισβητούμε τους μηχανισμούς που δημιουργούν τις σημερινές ανισότητες. Απορείς, στην τελική, πώς γίνεται από τη μία να μην ανέχεσαι να πουν το μετανάστη «αράπη» ή «βρωμιάρη» και από την άλλη να ανέχεσαι να πουν τη γυναίκα «μουνί» και τον ομοφυλόφιλο «πούστη». Και βλέπεις κιόλας ότι ακόμα και σε αμερικάνικες χαζοσειρές η μέση συνείδηση καταδικάζει τέτοια φαινόμενα και εμείς η πρωτοπορία χρειάζεται να τα συζητάμε.

Επομένως, είναι πολύ ουσιαστικό το κατά πόσο επιτρέπουμε στο σύστημα να διαμορφώνει τη συνείδησή μας και κατ’ επέκταση τον τρόπο ζωής μας, αλλά και το κατά πόσο εμείς μπαίνουμε στη διαδικασία να αμφισβητούμε τα δεδομένα και να κατανοούμε γιατί και πώς αυτά υπάρχουν. Έτσι μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε ποια είναι η καταπίεσή μας και πώς θα την παλέψουμε. Αλλά και με ποιον και ποια έχουμε κοινό ταξικό συμφέρον και θα παλέψουμε μαζί μέχρι την τελική χειραφέτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου