Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Για την ισότητα των γκέι, λεσβιών, αμφί, τρανς και ίντερσεξ, για τη συνολική ανθρώπινη χειραφέτηση, ενάντια στην πατριαρχία και τον καπιταλισμό.

editorial
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Το φετινό 4ο τεύχος lgbt/Κόκκινο δεν έχει κάποια οργανωτική σχέση με την πρώην συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, Κόκκινο, ούτε με τη ΔΕΑ με την οποία συ- νενώθηκε το Κόκκινο το Δεκέμβρη του 2014. Είναι μία συλλογική προσπάθεια που εντάσσεται στο ρεύμα του επαναστατικού μαρξιστικού ΛΟΑΤ φεμινισμού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες/οι οι αρθρογράφοι ταυτίζο- νται με αυτό.

Στο τεύχος αυτό ασχολούμαστε ευρύτερα με την πάλη ενάντια στην πατριαρχία, όχι μόνο ενάντια στην ομοφο- βία και τρανσφοβία. Θα βρείτε λοιπόν και ένα άρθρο για το σεξισμό στην αριστερά, από τη Χρυσάνθη Μούρτη. Επιπλέον, έχουμε και δύο κείμενα για την ίντερσεξ ταυ- τότητα και την αμφισεξουαλικότητα, δύο ταυτότητες που συχνά παραμελούνται από το ευρύτερο κίνημα για την απελευθέρωση από την έμφυλη καταπίεση. Ο Λάζαρος Τεντόμας αρθρογραφεί για τη διαφορά ανάμεσα στην έννοια της κοινωνικής αποδοχής των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, σε αντιπαραβολή με την ουσιαστι- κή συμπερίληψή τους μέσα στην κοινωνία. Ο Δημήτρης Βασιλειάδης, με αφετηρία και πάλι τηνqueerθεωρία, σχολιάζει την υπόθεση της Michelle-Lael Norsworthy, μιας τρανς γυναίκας κρατούμενης σε φυλακές της Καλι- φόρνια, στην οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα να κα- λυφτούν από την πολιτεία τα έξοδα για την επέμβαση επαναπροσδιορισμού φύλου.

Δε θα μπορούσαν να λείπουν από το περιοδικό και οι εξελίξεις γύρω από τα Pride, για τα οποία δημοσιεύ- ουμε ανακοίνωση τηςομάδας μας. Αν και φέτος υπάρ- χει το ελπιδοφόρο νέο της διοργάνωσης του 1ουPride Κρήτης με αμεσοδημοκρατικά και αντιγραφειοκρατι- κά χαρακτηριστικά αυτο-οργάνωσης, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα άλλα δύο Pride της χώρας, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η Κική Σταματόγιαννη κριτικά- ρει εμφατικά τη συνεργασία της φετινής διοργάνωσης του ThessalonikiPrideμε το... αμερικανικό προξενείο, ενώ ο Φοίβος παρουσιάζει στο άρθρο του τις δύο και- νούριες ΛΟΑΤ συλλογικότητες της πόλης, την “ομάδα SylviaRivera για ένα κινηματικό ThessalonikiPride” και την πρωτοβουλία “RainbowAttack”. Τέλος, ο Στρατής Γατελούζος αποτυπώνει τα συμπεράσματά του για το ομοφοβικό bullying και διαπιστώνει ότι η θέσμιση των στοιχειωδών δικαιωμάτων στο γάμο, το σύμφωνο συμ- βίωσης και την ταυτότητα φύλου, είναι απαραίτητη για τη μείωση της ομοφοβίας στην κοινωνία και το κράτος.

Η σημασία του να μην είσαι διαφορετικό/ή/ός


του Δημήτρη Βασιλειάδη (κοινωνιολόγος)
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Στις 3 Απριλίου, στο reuters.com αναρτήθηκε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «California judge orders state to provide sex change surgery for prisoner». Πρόκειται για την υπόθεση της Michelle-Lael Norsworthy (στο εξής: Μισέλ) η οποία καταδικάστηκε για φόνο το 1987 και έκτοτε κρατείται φυλακισμένη. Η Μισέλ άρχισε να αναπτύσσει την έμφυλη ταυτότητα της διεμφυλικής γυναίκας μετά το 1990 (αρχικά, είχε φυλακισθεί ως Jeffrey Norsworthy) ενώ μετά το 2000 άρχισε να υποβάλει την εαυτή της σε μη χειρουργικές διαδικασίες φυλομετάβασης. Το αίτημά της να υποβληθεί σε εγχείριση αλλαγής φύλου συνάντησε την άρνηση της Πολιτείας της Καλιφόρνια, γεγονός που την οδήγησε να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Τελικά, ο Δικαστής που ανέλαβε την υπόθεσή της απεφάνθη ότι η Πολιτεία οφείλει να της παρέχει την επέμβαση που ζητά (αξίας περί των 100.000 δολλαρίων), ώστε να απαλλαγεί από τις συνέπειες της «δυσφορίας φύλου», την οποία αντιμετωπίζει, αλλά και από τις επιβλαβείς επιπτώσεις της μακροχρόνιας χρήσης ορμονών.

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτήν την υπόθεση είναι ότι το επίσημο Κράτος (Πολιτεία της Καλιφόρνια) δια του εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας αναγνωρίζει – συνεκδοχικά: κατοχυρώνει θεσμικά – την έμφυλη εμπειρία ως διαφορετική κοινωνικοπολιτική κατάσταση από τη σωματικότητα. Μάλιστα, αντιμετωπίζει την έμφυλη ταυτότητα ως ελεύθερη επιλογή που βρίσκεται στην αυτοδιαχειριστική ευχέρεια του υποκειμένου, ακόμα και όταν το σώμα στερείται την αντίστοιχη ελευθερία, ακόμα και όταν το σώμα είναι αντικείμενο της ποινικής διαχείρισης της συντεταγμένης πολιτείας. Στη συνέχεια του άρθρου θα αναλύσω τη σημασία αυτής της εξέλιξης, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά.

Η σύγχρονη προσέγγιση στα ζητήματα φύλου βλέπει την έμφυλη ταυτότητα ως ανεξάρτητη μεταβλητή από το σώμα, ή αυτό που κοινώς λέμε ‘βιολογία’ (αναφέρεται και ως ‘ανατομία΄). Ο κλασικός και ξεπερασμένος, πλέον, διαχωρισμός μεταξύ κοινωνικού και βιολογικού φύλου έχει δείξει την αδυναμία του να συλλάβει τα ζητήματα φύλου ως στοιχεία υποκειμενικότητας, δηλαδή ευμετάβλητα, ρευστά και εμπειρικά. Πράγματι, το φύλο στην κοινωνική του παράμετρο δεν είναι ‘καθηλωμένο’ στην υλική οντότητα ενός σώματος και δεν υφίσταται τους περιορισμούς αυτής. Ωστόσο, το ‘κοινωνικό φύλο’ αναλυόταν ως η διαπραγμάτευση των δεδομένων συνθηκών ενός σώματος εντός ενός κάποιου κοινωνικού πλαισίου. Το σώμα ως ύλη καθόριζε το φύλο ως πεπερασμένο μέγεθος. Όσο και αν η θεωρία διεύρυνε το πεδίο, δεν κατάφερνε ποτέ να το απαλλάξει από την υλικότητα του φύλου ως σύνολο βιολογικά αναπόδραστων συνθηκών, μέχρι τη στιγμή που η προσέγγιση άλλαξε και το φύλο, ως έννοια, ‘αποκολλήθηκε’ από κάθε αναφορά στη φύση Η σημασία του να μην είσαι διαφορετικό/ή/ός (με την έννοια το χ χαρακτηριστικό να εκλαμβάνεται εκ φύσεως δοσμένο σε ένα φύλο).

Στις μέρες μας, η έμφυλη ταυτότητα θεωρείται ότι συγκροτείται μέσα από διαδικασίες του πράττειν, όχι του είναι. Δεν είσαι άντρας γιατί γεννήθηκες αρσενικός, αλλά επειδή επιτελείς μια αρρενωπότητα έτσι όπως αυτή τέμνεται με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που σε ταυτοποιούν ως υποκείμενο σε κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Δεν είσαι γυναίκα γιατί γεννήθηκες θηλυκή, αλλά γιατί πράττεις με έναν τρόπο που σε εμφυλοποιεί ως γυναίκα μέσα από μια θηλυκότητα που ορίζει (και ορίζεται από) την εκάστοτε δική σου συνθήκη. Είναι αδιάφορο αν ο σωματότυπός σου είναι ο χ ή ο ψ ως προς τις διαδικασίες που σε συγκροτούν σε έμφυλο υποκείμενο, καθώς οι διαδικασίες αυτές διασταυρώνονται σε έναν κόμβο αναφορών και νοημάτων και αναπαράγουν, με τη σειρά τους, ένα τόσο αλληλένδετο και ευμετάβλητο σύνολο νοημάτων που είναι αδύνατον να εντοπιστούν μέσα στο σχήμα των υλικών σωμάτων. Και, εφόσον είσαι η γυναίκα που εσύ ο ίδιος/η ίδια επιτελείς μοναδικά και ανεπανάληπτα σε κάθε χωροχρονικό πλαίσιο, οι έννοιες που παραπέμπουν στη σεξουαλικότητα δεν είναι χρήσιμες παρά ως ταξινομητικές κατηγορίες, δηλαδή προκειμένου να υπαχθούν σε δημογραφικό έλεγχο (όπως θα έλεγε ο Φουκώ).

Και εδώ το σημείο είναι κομβικό: με την έμφυλή σου κατάσταση να είναι μεταβλητή (και εμβριθής νοημάτων που δεν ενσωματώνονται στην υλικότητά σου αλλά, απλώς, σωματοποιούνται σε αυτή) η σεξουαλικότητά σου θα είναι το ίδιο. Θα επιθυμείς ανθρώπους με τη χ υποκειμενικότητα, επιτελώντας κι εσύ μια έμφυλη υποκειμενικότητα, ή θα θες άλλες και άλλους με μια τελείως διαφορετική υποκειμενικότητα. Το καθοριστικό στοιχείο για τη σεξουαλικότητά σου δεν είναι ο σωματότυπός σου, ούτε ο σωματότυπος του ανθρώπου που επιθυμείς, αλλά αυτή και μόνο η επιθυμία σου. Αυτό, εξάλλου, εξηγεί ότι μπορούν να υπάρχουν άνθρωποι ουδέτερου φύλου (φύσει ή θέσει) αλλά με επιθυμίες (όπως και εμφατικά έμφυλοι/ες άνθρωποι χωρίς επιθυμίες) δηλαδή άνθρωποι στους οποί-ους/στις οποίες δεν υπάρχει γραμμική συσχέτιση (δηλαδή, ετεροκανονικός ντετερμινισμός) έμφυλης ταυτότητας και σεξουαλικότητας.

Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω και να σχολιάσω ένα κομμάτι μέσα από το από 19ης Μαΐου άρθρο του Γιάννη Ζουμπουλάκη στο ΒΗΜΑ σχετικά με την Κέιτ Μπλάνσετ και την παρουσίαση της νέας της ταινίας στο Φεστιβάλ των Καννών. Μεταφέρει ο Ζουμπουλάκης την απάντηση της σπουδαίας ηθοποιού σε ερώτηση για τη σεξουαλικότητά της ως εξής: «το σημαντικό δεν είναι αν είχα ή όχι κάποια στιγμή στη ζωή μου σχέση με γυναίκες αλλά γιατί εν έτει 2015 πρέπει να κάνουμε αυτή την ερώτηση. Γιατί σήμερα, κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει την περιέργεια;». Στην απόκριση αυτή η Μπλάνσετ δεν υπερασπίζεται μόνο τη δική της προσωπική ζωή, αλλά και την (κυρίαρχη σήμερα) τάση ότι δεν υπάρχει υπόσταση στο ζήτημα των φύλων και της σεξουαλικότητας και, έτσι, η κάθε τέτοια αναφορά είναι ασήμαντη. Οι όποιες αντικειμενικές παράμετροι (π.χ. σώματα με δεδομένη εικόνα) στις κοινωνικές επαφές είναι σημαντικές ως πλαίσιο αναφορών για τα νοήματα που παράγονται κάθε φορά, όχι όμως προ-καθοριστικές αυτών, εφόσον τα ίδια τα νοήματα αναλύονται όχι απλώς υποκειμενικά (δηλαδή, ως προς τις παρατηρήτριες και τους παρατηρητές) αλλά και με όρους υποκειμενικοτήτων (δηλαδή, ως προς τα ίδια τα υποκείμενα που προβαίνουν στις εκάστοτε δράσεις). Εντέλει, καμβάς στον οποίο χαράζονται αυτά τα νοήματα δεν υπάρχει, καθώς τα ίδια τα νοήματα αποτελούν διαρ- κώς μήτρες και έμβρυα των προηγούμενων και επόμενων εκδοχών τους.

Με απλά λόγια: τι είμαι αν μια φορά βάλω ένα φουστάνι ή ένα παντελόνι για να πάω να ψωνίσω; Τι είμαι αν κάνω για πρώτη φορά σεξ με το αντίθετο φύλο από αυτό που έκανα ως τότε; Τι είμαι αν, τελικά, βάζω συνέχεια φου- στάνια ή παντελόνια; Τι είμαι αν συνεχίσω στο διηνεκές να κάνω σεξ με το αντίθετο φύλο από αυτό που έκανα μέχρι παλαιότερα; Τι είμαι αν κάνω σεξ και με τα δυο (κυρίαρχα) βιολογικά φύλα, με ίση ή άνιση συχνότητα; Τι είμαι αν κάνω σεξ με ένα σώμα στο οποίο το βιολογικό φύλο δεν είναι ένα και μοναδικό; Τι είμαι αν όσες και όσοι με βλέπουν, θεωρούν, για οποιοδήποτε λόγο, ότι ανήκω σε ένα βιολογικό φύλο που εγώ (ή η Ιατρική) δεν αναγνωρίζω στον εαυτό μου/στην εαυτή μου; Τι είμαι αν κάνω όσες ενέργειες κρίνω απαραίτητες για να σταματήσω αυτό το φαινόμενο; Τι είμαι αν δεν ορίζομαι ως προς αυτά τα ζητήματα; Τι είμαι αν αυτοχαρακτηρίζομαι ως προς αυτά τα ζητήματα αλλά δρω (σκόπιμα ή όχι) με τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι αυτοχαρακτηρίζομαι; Τι είμαι αν χρησιμοποιώ κάποια έμφυλα χαρακτηριστικά μου κατ’επάγγελμα; Τι είμαι αν άλλες και άλλοι χρησιμοποιούν έμφυλα χαρακτηριστικά σαν τα δικά μου επαγγελματικά (π.χ. με τρόπο παρωδικό ή σατιρικό, ή ως υπόδειγμα έμφυλης τελειότητας). Τι είμαι αν, αν, αν… Η απάντηση που ίσως θα έδινε η (συγχωρέστε μου) ντίβα Κέιτ Μπλάνσετ είναι: τι σημασία έχει;! Διότι, ναι, τι σημασία έχουν όλα αυτά τα ‘είμαι’ από τη στιγμή που ο καθοριστικός παράγοντας είναι τα ‘πράττω’; Βλέπουμε, λοιπόν, ότι έχουμε εγκλωβιστεί στις ουσιοκρατικές θεωρήσεις περί φύλων και αναζητούμε ολοένα επιβεβαιώσεις των περιορισμένων και περιοριστικών μας αντιλήψεων, στερώντας (δυστυχώς, όχι πάντα μόνο θεωρητικά) από εαυτές/ούς και αλλήλους την υπέροχη (και, θα έπρεπε, αυτονόητη) ροή του πράττειν, ήτοι την ελευθερία του ζην;

Συμπερασματικά, η φυσική ποικιλότητα που είναι, βεβαίως, προ-κοινωνική υπόθεση, αναλύεται ως ετερότητα με αξιακό(=πολιτικό) πρόσημο, με αποτέλεσμα να σωματοποιούνται οι περί υποκειμένων όροι εξουσίας και πειθάρχησης, αναπαράγοντας κανονιστικά πρότυπα αντίληψης της έμφυλης πραγματικότητας. Επομένως, η θεωρία όχι μόνο επιτρέπει αλλά επιβάλλει την ‘αποκόλληση’ των σωματικών χαρακτηριστικών από τις έμφυλες ταυτότητες, ειδάλλως η περί φύλων και σεξουαλικοτήτων χειραφέτηση και ισότητα δεν θα επέλθει ποτέ. Τι σημαίνει, όμως, αυτό στην πράξη;

Ας δούμε πώς περιπλέκονται όλα αυτά με τις διεκδικήσεις των ΛΟΑΔμπλαμπλα ατόμων. Στο ίδιο άρθρο για την ταινία της Κέιτ Μπλάνσετ διαβάζουμε: «Εκείνη την εποχή, στην δεκαετία του 1950, δεν υπήρχαν ταμπέλες που δήλωναν τι είσαι». Λέει, λοιπόν, η (όλο και πιο αγαπημένη) Κέιτ ότι οι άνθρωποι έπρατταν πολύ πριν την ‘επινόηση’ των όρων που τους/τις περιγράφουν ως έμφυλα και σεξουαλικά υποκείμενα βάσει του πράττειν τους. Πράγματι, οι ‘ταμπέλες’ χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά μετά την εποχή που αναφέρει η Μπλάνσετ και αυτό επειδή αναφάνηκε η ανάγκη διαφοροποίησης από το κυρίαρχο ετεροκανονικό αρσενικό πρότυπο ώστε να τελεσφορήσουν μια σειρά διεκδικήσεων. Οι γυναίκες ζητούσαν θετική παρέμβαση του Κράτους στην ισότητα εμπράκτως (π.χ. ποσοστώσεις) ενώ οι ΛΟΑΔμπλαμπλα ήθελαν να εστιάσουν στην κατοχύρωση της σεξουαλικής ετερότητας θεσμικά ούτως ώστε να συμμετέχουν απρόσκοπτα στη δημόσια ζωή χωρίς να κρύβονται ή να κατηγορούνται- ωραιότατο παράδειγμα η περίπτωση του περίφημου Milk – στη λογική του ‘δεν τρέχει τίποτα να είσαι διαφορετικός/ή’, βιώνοντας, προφανώς, και οι ίδιες/οι την κατάστασή τους ως διαφοροποίηση από το κυρίαρχο πρότυπο. Σήμερα, όμως, στην εποχή που οι ταμπέλες έχουν αποδείξει την ανικανότητά τους να εξασφαλίσουν ισοτιμία και δικαιοσύνη – η Μπάτλερ θεωρεί ότι κάθε αναφορά σε μια ταμπέλα (π.χ. ‘γκέι κοινότητα’) επιβεβαιώνει, τελικά, την κυριαρχία της ετεροκανονικότητας, δηλαδή αναπαράγει τα κανονιστικά πρότυπα που συνδέονται με αυτή – η θεώρηση των πραγμάτων δεν πρέπει να γίνεται με έμφαση στο ‘διαφορετικό από..’ αλλά στο ‘ποικιλόμορφο’ δηλαδή, με απλά λόγια, κάθε προσέγγιση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει ΚΑΙ τις ετερό αναφορές.

Φρονώ ότι η επιμονή στη διαφορετικότητα δεν έχει να προσφέρει, πλέον, τίποτα στον αγώνα για πραγματική ισότητα, καθώς μόνο κατ’επίφαση συμβαίνει αυτό, όπως θα υποστηρίξω σχολιάζοντας περαιτέρω την υπόθεση της Μισέλ παρακάτω. Η ‘ταμπέλα’, ως πολιτική κατηγορία, όσο ταυτίζεται με την έμφυλη υποκειμενικότητα, τόσο την περιορίζει και την επανεισάγει στο φαύλο κύκλο της καταπίεσής της. Αντιθέτως, αν στη θέση της προαχθεί η έννοια της ‘ταυτότητας’, τότε οι διεκδικήσεις θα αποκτήσουν καθολική ισχύ γιατί δεν θα παραπέμπουν σε σωματοποίηση των έμφυλων χαρακτηριστικών, αλλά θα αποτελούν πολιτική διαχείρισή τους. Και αυτό επειδή οι ταυτότητες έχουν τις προδιαγραφές να αναπτυχθούν ισότιμα (έμφαση στη ρευστότητα του πράττειν) ενώ οι ‘ταμπέλες΄ καθηλώνουν τα υποκείμενα σε ένα συμπαγές, αρραγές (και αναληθές) είναι. Ας δούμε, όμως, ένα παράδειγμα.

Όταν στην Ελλάδα του 2015 ακόμα δεν επιτρέπεται η σύναψη επίσημης σχέσης μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου, η αναφορά παραμένει στο σώμα που εκφράζει την επιθυμία. Ακόμα και πολλές/οί που δεν επικαλούνται τα απαράδεκτα και στιγματιστικά επιχειρήματα περί εγγενούς ανωμαλίας ως προς την ομόφυλη συντροφικότητα, πιστεύουν, ίσως, ότι οι ομοερωτικές σχέσεις δεν είναι ισότιμες με τις ετεροερωτικές – οι λόγοι, που μπορεί να είναι από γελοίοι (θρησκεία) μέχρι και (ψευδο)επιστημονικοί (καταλληλότητα για ανατροφή παιδιών) δεν θα αναλυθούν εδώ γιατί δεν είναι συναφείς με το θέμα. Αυτό που πρέπει οπωσδήποτε να κάνουμε, τόσο ως Κοινωνία των Πολιτών όσο και ως Κράτος, είναι να μη χειριζόμαστε όλα τα αντίστοιχα θέματα ως ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων εν γένει (ήτοι με μια προσέγγιση διευρυντική ως προς έναν σταθερό πυρήνα, μια προσέγγιση που υπογραμμίζει το ‘διαφορετικό από’ ένα σύνολο σταθερών και αναλλοίωτων αναφορών ζητώντας ισότιμη μεταχείρισή του) αλλά ως ταυτοτικά δικαιώματα (δηλαδή, με μια προσέγγιση που βασίζεται στη συμπερίληψη όλων σε σχήματα όπου δεν υπάρχει κυρίαρχο στοιχείο). Το διεμφυλικό άτομο που του/της επιβάλλεται να παραμένει με τα στοιχεία του φύλου που καταγράφηκε με τη γέννησή του/της, δεν στερείται ένα δικαίωμα ως άνθρωπος ή ως πολίτης, εφόσον το Κράτος δεν του/της αρνείται γενικώς την παροχή αγαθών και υπηρεσιών (π.χ. χορήγηση εγ- γράφων) αλλά ως έμφυλη ταυτότητα. Αυτή (θα μπορούσε να) είναι και η ουσία της απόφασης του Δικαστή από την Καλιφόρνια: η έμφυλη ταυτότητα αναδεικνύεται σε αυτόνομη κατηγορία θεμελίωσης δικαιωμάτων και, μάλιστα, κοινωνικών, δηλαδή που αξιώνουν παροχές από το Κράτος, με νόμους, δαπάνες και όλες τις απαραίτητες παρεμβάσεις που θα εξασφαλίζουν, έμπρακτα και ουσιαστικά, τα ταυτοτικά δικαιώματα ΌΛΩΝ των έμφυλων υποκειμένων τους.

Η υπόθεση της Μισέλ, όμως, δεν έχει μόνο θετικές διαστάσεις. Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο της είναι ότι το όλο ζήτημα τεκμηριώνεται με αναφορά σε θέματα υγείας. Ο Δικαστής υποτίθεται ότι απαλλάσσει τη Μισέλ από δυσχερείς καταστάσεις για την υγεία της, δηλαδή της εξασφαλίζει ευεξία, εφόσον με την ποινή που της επι- βλήθηκε έχει στερηθεί την ελευθερία της αλλά όχι τίποτα περισσότερο από αυτήν. Η εξάρτηση της απόφασης από ιατρικές γνωματεύσεις μπορεί να είναι μέχρι και αναγκαία, κρίνεται όμως απαράδεκτη, αν αντιπαραβληθεί με τα θεωρητικά ζητήματα περί φύλων. Το ενδιαφέρον, λοιπόν, εδώ είναι ότι πρέπει το υποκείμενο να υπαχθεί σε παθολογική κατηγορία προκειμένου να απολαύσει ένα ταυτοτικό δικαίωμα. Η προβληματική αυτή εξέλιξη σηματοδοτεί το φύλο ως θεραπευτικό στόχο και κατάσταση βιολογικής (εδώ: ψυχικής) ισορροπίας. Το σώμα της Μισέλ γίνεται μια άλλη φυλακή για το φύλο της και ο δεσμοφύλακας αυτή τη φορά κρατάει ένα κλειδί που γράφει πάνω: «άρρωστη». Είναι με πρόσημο νοσηρότητας που η Μισέλ γίνεται υποκείμενο ταυτοτικού δικαιώματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Δικαστής δεν αντιλήφθηκε την όλη υπόθεση ως ζήτημα ταυτοτικής ελευθερίας, αλλά ως δικαίωμα ενός ανθρώπου που νοσεί στην υγεία και την ευεξία. Η απόφασή του, λοιπόν, όχι απλώς αναγνωρίζει, αλλά και κατισχύει το υγιές ως κανονιστικό και επιβεβαιώνει εκκωφαντικά το ετεροκανονικό ως κοινωνικά ωφέλιμο και πολιτικά σκόπιμο. Η Μισέλ εκλαμβάνεται ως διαφορετική σε ένα πλαίσιο στο οποίο η διαφορετικότητα χρήζει παρέμβασης και υποστήριξης προκειμένου να επιτευχθεί εξομοίωση.

Να τολμήσουμε να σκεφτούμε τι θα γινόταν αν η Μισέλ ζητούσε παρέμβαση του Κράτους για φυλομετάβαση σε ουδέτερο/άφυλο υποκείμενο, δηλαδή όχι για ‘διόρθωση’ της αντίφασης να έχει έμφυλη κοινωνικότητα που δεν συνάδει με το βιολογικό της φύλο; Θα έβγαινε και πάλι μια τόσο γενναιόδωρη απόφαση ή, όπως πιστεύω εγώ, η Μισέλ θα εξασφάλιζε μεταφορά σε πτέρυγα με ηπιότερες συνθήκες κράτησης και ψυχιατρική παρακολούθηση; Εντέλει, ο Δικαστής έδωσε στη Μισέλ την ελευθερία της φυλομετάβασης γενικώς, ή, συγκεκριμένα, τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το αρσενικό έμφυλο σώμα για να με- ταβεί στο θηλυκό, ‘διορθώνοντας το λάθος’; Αν η Μισέλ διεκδικούσε να εργαλειοποιήσει τη βιολογία της για να σωματοποιήσει την έμφυλη ταυτότητα που η ίδια θα υπο- στήριζε (δηλαδή, ζητούσε να μεταβεί σε μια κάποια σω- ματική κατάσταση έτσι όπως η ίδια θα την επιθυμούσε) θα έβρισκε την ίδια ανταπόκριση που βρήκε τώρα που δεν αμφισβήτησε τη δυαδικότητα των βιολογικών σωμάτων ζητώντας, απλώς, να αλλάξει το δικό της; Και αλλιώς: πόσες έμφυλες σωματικότητες, πέραν των δυο κυρίαρχων, θα μπορούσαν να τύχουν αντίστοιχης υποστήριξης προκειμένου για μετάβαση σε αυτές; Πόσο, πραγματικά, προάγεται η πολλότητα του φύλου ως κοινωνικοπολιτική μεταβλητή (αλλιώς: η ανθρώπινη ποικιλομορφία) με την απόφαση που εκδόθηκε;

Θεωρώντας πασιφανώς εύλογες τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, θα συνοψίσω το άρθρο μου στα εξής βασικά σημεία:

1. Κάθε καινοτομία στο ζήτημα των φύλων και των σεξουαλικοτήτων είναι χρήσιμη, έστω και προκειμένου να αναφανούν οι αντιληπτικοί περιορισμοί σε αυτό.

2. Το διαφορετικό δεν είναι a priori θετικό. Στην εποχή μας, το προβαλλόμενο ως διαφορετικό αναφορικά με τα φύλα και τις σεξουαλικότητες είναι a priori προβληματικό.

3. Οι ΛΟΑΔμπλαμπλα διεκδικήσεις είναι, πλέον, αναχρονιστικές. Η επιμονή στις ταμπέλες, έτσι όπως γίνεται, αποτελεί τροχοπέδη στην (απελπισμένη) πορεία για επίτευξη πραγματικής ισότητας, ακριβώς επειδή, παρά τη φαινομενικά αντίθετη επίδρασή τους, δεν αναδεικνύουν τη ρευστότητα των ταυτοτήτων αλλά την ακαμψία μεταξύ των ενσώματων και των μη ενσώματων έμφυλων και σεξουαλικών χαρακτηριστικών. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι δεν πρέπει να ονομάζονται οι διαφορετικές εκδοχές της έμφυλης κατάστασης και της σεξουαλικότητας, αλλά να αναλύονται ως ταυτοτικές παραλλαγές (π,χ ‘γυναίκες που κάνουν σεξ με γυναίκες’ αντί για ‘λεσβίες’) ώστε να μετατοπιστούν, συν τω χρόνω, και οι ίδιες οι αυτοαναφορές των υποκειμένων.

4. Η επίκλησης της Ιατρικής δεν αποτελεί γνωστικό επιχείρημα, αλλά ρυθμιστική αναγκαιότητα. Ιατρικής παρούσης πάσα αρχή παυσάτω. Ως λόγος με επιτελεστική ιδιότητα, η ιατρική επιστήμη συγκροτεί το φύλο όχι ως έννοια ρευστή και εν δυνάμει χειραφετητική, αλλά ως πεδίο νοσηρότητας και συστηματικής χειραγώγησης.

------------------------------------------------------------------------
Ένα σύντομο σχόλιο από την ομάδα lgbt/Κόκκινο: 

Όσα γράφει ο Δημήτρης Βασιλειάδης στο άρθρο του έχουν κυρίως κοινωνιολογική αφετηρία και όχι πολιτική, και απευθύνονται περισσότερο σε όσες και όσους έχουν εμβαθύνει στο ΛΟΑΤ ζήτημα, δηλαδή στην πρωτοπο- ρία του κινήματος. Από πολιτική σκοπιά, είναι προφανές πως η άποψή του για την κατάργηση των ταμπέλων για το φύλο και τη σεξουαλικότητα αναφέρεται κυρίως στο στρατηγικό στόχο της συνολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, χειραφέτησης ΚΑΙ από τις ίδιες τις ταμπέλες. Αν και τονίζεται στο άρθρο του ότι “οι ταμπέλες είναι ανίκανες να εξασφαλίσουν ισοτιμία και δικαιοσύνη”, είναι σχεδόν πάντα απαραίτητο για τις άμεσες δι- εκδικήσεις του ΛΟΑΤ κινήματος από το αστικό κράτος να χρησιμοποιούμε τις ταμπέλες, ώστε ο λόγος και τα αιτήματά μας να γίνονται κατανοητά. 

Όταν απευθυνόμαστε λοιπόν στο σύνολο της κοινωνίας και το αστικό κράτος, οι ταμπέλες είναι χρήσιμες για λόγους τακτικής, αλλά και για να συσπειρώσουμε στις γραμμές του κινήματος όσες και όσους αυτοπροσδι- ορίζονται με τις ταμπέλες που δέχονται την έμφυλη καταπίεση (γυναίκες, γκέι, λεσβίες, αμφί, τρανς) και δε γνωρίζουν την κουίρ θεωρία. Σε αυτό το άρθρο όμως ο αρθρογράφος απευθύνεται κυρίως στην πρωτοπορία του κινήματος, οπότε γίνεται αναφορά στον στρατηγικό στόχο της οριστικής και πλήρους απελευθέρωσης από την έμφυλη καταπίεση. Στόχος που δεν εξυπηρετείται αν θεωρήσουμε ότι οι ταμπέλες για το φύλο και τη σεξουαλικότητα έχουν υλική ή σταθερή υπόσταση... 


Αναλυτικότερα, διαβάστε το περσινό κείμενο της ομάδας lgbt/Κόκκινο:

http://www.liberty-news.gr/iperaspisi-i-apodomisi-twn-tautotitwn-tampelwn/

SYLVIA RIVERA - από το Stonewall ως το ThessalonikiPride!

του Φοίβου (Μέλος της ομάδας SylviaRivera-για ένα κινηματικό Thessaloniki Pride)
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Η ομάδα SYLVIA RIVERA- για ένα κινηματικό Thessaloniki Pride ξεκίνησε την πορεία της το- Νοέμβριο του 2014 από το Κοινωνικό Κέντρο – Στέκι Μεταναστών στη Θεσσαλονίκη. Έμπνευση για την δημιουργία της ομάδας αποτέλεσε η σύνδεση των κινημάτων των καταπιεσμένων με το LGBTQIκίνημα, καθώς και η κοινή πεποίθηση πως «η απελευθέρωση από την ετεροκανονικότητα και την πατριαρχία αφορά κάθε άνθρωπο».

 Έτσι, μακριά από λογικές απομονωτισμού και αποφάσεων που λαμβάνονται κεκλεισμένων των θυρών, δημιουργήσαμε μια ομάδα που βασίζεται στη συμμετοχικότητα και την αμεσοδημοκρατία και παλεύει για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤ κοινότητας, χωρίς να ξεχνά το ευρύτερο πλαίσιο των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών και τις μάχες που δίνονται καθημερινά στο πεδίο του αντιφασισμού, του αντιρατσισμού και αντισεξισμού, του αντικαπιταλισμού, της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και των εργατικών διεκδικήσεων.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν μας αρκούν τα λόγια και οι διακηρύξεις. Στον λιγότερο από ένα χρόνο ζωής της ομάδας μας συμμετείχαμε σε πληθώρα δράσεων σε συνεργασία με άλλες LGBTQI-κινηματικές ομάδες και διεκδικήσαμε δυναμικά τη συμμετοχή μας σαν συνδιοργανώτρια ομάδα στο 4ο ThessalonikiPride με σκοπό την διατήρηση του κινηματικού του χαρακτήρα και τη αποτροπή των λογικών εμπορευματοποίησης του.Ο αποκλεισμός μας από το οποίο όχι απλά δεν μας έθεσε σε συστολή και περισυλλογή, αλλά μας ώθησε σε ακόμα πιο εξωστρεφείς ενέργειες και μας έκανε να φωνάξουμε δυνατά πως «Στο σπίτι του αποκλεισμένου δεν μιλούν για αποκλεισμό»! Οι συμμαχίες που χτίσαμε μέσα από τις κινηματικές μας δράσεις κατά την διάρκεια της χρονιάς, με αποκορύφωμα την δημιουργία της «Πρωτοβουλίας Πυλαίας» (που εδώ και λίγες μέρες ονομάζεται πια «RainbowAttack»), κάνουν σε αυτή τη συγκυρία εφικτή την δημιουργία του κινηματικού μπλοκ για το 4οThessaloniki Prideδίνοντας το χώρο σε όλες τις φωνές να ακουστούν. Να αναφέρω στο σημείο αυτό πως η πρώην Πρωτοβουλία Πυλαίας δημιουργήθηκε έπειτα από ανοιχτό κάλεσμα της ομάδας μας προς όλες τις κινηματικές αντιφασιστικές συλλογικότητες του αριστερού, αναρχικού και LGBTQIχώρου ως απάντηση στην τρανσοφοβική επίθεση από χρυσαυγίτες στην Πυλαία Θεσσαλονίκης τον Νοέμβρη του 2014.

Το παράδειγμα του αποκλεισμού μας από την συνδιοργάνωση του 4ουThessalonikiPride,αλλά και η δυναμική μας απάντηση ως «Rainbow Αttack» για ένα Prideανοιχτό για όλους, μη εμπορευματοποιημένο και μακριά από λογικές gayτουρισμού και χρηματοδοτήσεων από την ΕΕ και προξενεία όπως το αμερικανικό,αποδεικνύει στην πράξη την δύναμη που προκύπτει από τον συντονισμό των δράσεων και την ενότητα των αγώνων και αφήνει μια ακλόνητη παρακαταθήκη για περαιτερω μετωπικές δράσεις βάζοντας και το σπόρο για το πρώτο αυτό-οργανωμένο και από τα κάτω LGBTQIfestivalτον Σεπτέμβρη στη Θεσσαλονίκη!

Συνεχίζουμε στο δρόμο που χάραξε η ίδια η τρανς αγωνίστρια του Stonewall,SylviaRivera, η οποία συμμετείχε σταθερά και στα υπόλοιπα κινήματα της εποχής της και συγκρούστηκε αποφασιστικά με τις λογικές ενσωμάτωσης του ΛΟΑΤ κινήματος στο σύστημα, που είχαν αρχίσει να επικρατούν στις ΗΠΑ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970... 

Ένα Μανιφέστο για την Αμφισεξουαλικότητα

Ένα Μανιφέστο για την Αμφισεξουαλικότητα “A bisexual manifesto” της Shiri Eisner 


απόδοση από τα αγγλικά: Μιχάλης Φαμέλης – Τορόντο, http://wp.me/p1dfrF-x
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Επειδή δεν υπάρχουμε στ’ αλήθεια ΚΑΙ ο προσανατολισμός μας είναι απλά μια φάση ΚΑΙ θα σε παρατήσουμε για κάποιον άνθρωπο άλλου φύλου ΚΑΙ ο τρόπος που αγαπούμε είναι απλά σημάδι εσωτερικής σύγχυσης ΚΑΙ όταν δεν έχουμε αλλάξει για 5 ή 10 ή 20 ή 50 χρόνια, ακόμα απλά πάσχουμε από εσωτερική σύγχυση ΚΑΙ όταν έχουμε σχέση με άνθρωπο διαφορετικού φύλου κρατάμε ακόμα τα προνόμια των στρέιτ ΚΑΙ όταν έχουμε σχέση με άνθρωπο του ίδιου φύλου τότε επιτέλους βγήκαμε τελείως από τη ντουλάπα ΚΑΙ όταν έχουμε σχέση με άνθρωπο διαφορετικού φύλου στην πραγματικότητα είμαστε απλά στρέιτ ΚΑΙ όταν έχουμε σχέση με άνθρωπο του ίδιου φύλου στην πραγματικότητα είμαστε γκέι ή λεσβίες ΚΑΙ όταν τολμάμε να προτείνουμε ότι έχουμε τη δική μας ιδιαίτερη ταυτότητα προδίδουμε την κοινότητα ΚΑΙ αν αυτοπροσδιοριζόμαστε με την αμφισεξουαλικότητα τότε πιστεύουμε ότι υπάρχουν μόνο δύο φύλα ΚΑΙ όταν αυτοπροσδιοριζόμαστε με την πανσεξουαλικότητα είμαστε απλά χίπστερς ΚΑΙ όταν δεν αυτοπροσδιοριζόμαστε τότε είμαστε αόρατοι άνθρωποι ΚΑΙ κάθε ιστορική ή διάσημη προσωπικότητα που είχε ποτέ σχέση με άνθρωπο του ίδιου φύλου ήταν στην πραγματικότητα γκέι ή λεσβία άσχετα με το πώς μπορεί να ένιωθε για ανθρώπους άλλων φύλων ΚΑΙ μας λένε ότι δεν μπορούμε να κατασταλάξουμε σε μια απόφαση ΚΑΙ απλά ζητάμε την προσοχή των άλλων ΚΑΙ όταν είμαστε μονογαμικοί άνθρωποι δεν είμαστε πραγματικά αμφισεξουαλικοί άνθρωποι ΚΑΙ όταν είμαστε πολυγαμικοί άνθρωποι τότε επιβεβαιώνουμε τα στερεότυπα ΚΑΙ θέλουμε να γαμήσουμε οτιδήποτε κινείται ΚΑΙ είναι εντάξει να μας παρενοχλούν σεξουαλικά χωρίς να μας επιτρέπεται να επιλέξουμε να το αρνηθούμε ή να το απορρίψουμε ΚΑΙ είναι εντάξει να μας κάνουν προσωπικές ερωτήσεις για την ερωτική ζωή μας ΚΑΙ κάθε αποτυχία στις σχέσεις μας ανάγεται στην αμφισεξουαλικότητα ΚΑΙ βλέπουμε προσωπικές αγγελίες που λένε «όχι αμφί» 

ΚΑΙ για πάρα πολλούς άλλους ακόμα λόγους 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΦΙΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Υπάρχουμε και εκφραζόμαστε δημόσια. Καμία εξουσία πάνω στα σώματα και τις ζωές μας.


(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Η διοργάνωση του Φεστιβάλ έχει μπει στην τελική ευθεία. Ομοφοβία και Τρανσφοβία στην Εκπαίδευση, Τρανς ζήτημα, θεσμικές και μη διεκδικήσεις είναι κάποιες από τις θεματικές που θα προσεγγιστούν μέσα από ομιλίες, συζητήσεις, βιωματικά εργαστήρια και την συμμετοχή lgbtqi+, φεμινιστικών και άλλων ομάδων γύρω από το φύλο και την σεξουαλικότητα.

Όσο πλησιάζουν οι ημέρες διεξαγωγής του διημέρου, αποκαλύπτεται σταδιακά ποιες δυνάμεις είναι στο πλευρό μας και ποιες απέναντί μας. Ένα τέτοιο Φεστιβάλ στο κέντρο του Ηρακλείου και μάλιστα εν καιρώ θεσμικής εκπροσώπησης του φασισμού, θέτει άτομα, φορείς, χώρους και ομάδες προ των ευθυνών τους. Οι σκοταδιστικές εξάρσεις σεξισμού, ομοφοβίας, τρανσφοβίας, μας πεισμώνουν αντί να μας αποθαρρύνουν, αφού αναδεικνύουν όλα τα στερεότυπα και τις εξουσίες στα οποία είμαστε ενάντια.

Το Φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί, και αυτό είναι σίγουρο. Οτιδήποτε διαφορετικό θα σήμαινε ότι αρνούμαστε την ίδια μας την ύπαρξη. Βασιζόμαστε στην αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση. Υλοποιούμε το όραμά μας χωρίς αιγίδες και χορηγούς, αλλά μέσω στήριξης αλληλέγγυων ομάδων και ατόμων, με πολύμορφες δράσεις ενίσχυσης του Φεστιβάλ.

Τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα της LGBTQI+ κοινότητας αντιμετωπίζονται από ένα κομμάτι της κοινωνίας ως μια περιττή έως και προκλητική πολυτέλεια που ανήκει στη σφαίρα του πολιτισμικού. Η ορατότητα στον δημόσιο χώρο, η ελευθερία και αυτοδιάθεση του σώμα- τος και της επιθυμίας δεν είναι απλά σχήματα λόγου, αλλά εκφάνσεις της ζωής τις οποίες η κοινωνία στερεί σε πολλές ατομικότητες, όταν δεν τις κατασπαράζει. Σε θεσμικό επίπεδο, η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου, το σύμφωνο συμβίωσης, το δικαίωμα στην παιδοθεσία είναι ελάχιστες από τις νομικές κατοχυρώσεις που απουσιάζουν από την ελληνική νομοθεσία με συνέπεια να δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο η ζωή των ατόμων της LGBTQI+ κοινότητας.

Η συστηματική καταπάτηση όλων των παραπάνω είναι ένας πόλεμος που ασκείται λυσσασμένα πάνω σε σώματα και ζωές, και τα σημαδεύει ανεπανόρθωτα και συχνά θανάσιμα. Η απάντηση με ορατότητα, διεκδικήσεις και αγώνες είναι για μας ευθύνη και δέσμευση απέναντι σε όλα τα θύματα σεξιστικών, ομοφοβικών, τρανσφοβικών επιθέσεων. Ταυτόχρονα, είναι και απέναντι σε κάθε άλλη καταπιεσμένη κοινωνική ομάδα, καθώς αντιλαμβανόμαστε πως όροι καταπίεσης όπως το φύλο, η φυλή, η τάξη, η σεξουαλικότητα, η σωματική διάπλαση κ.ά συνδέονται και συγκρούονται σ’ ένα σύνθετο πλέγμα, δομώντας προνόμια και αποκλεισμούς. Μόνο λοιπόν αν το προσεγγίσουμε συνολικά θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από αυτό.

H απάντηση σε όλα αυτά δεν θα μπορούσε να είναι λιγότερο συλλογική, μαχητική και εκκωφαντική από ένα Φεστιβάλ Ορατότητας και Διεκδικήσεων για την Απελευθέρωση Φύλου, Σώματος και Σεξουαλικότητας, στο κέντρο του Ηρακλείου. Χωρίς αιγίδες και χορηγούς, βασισμένη στην αλληλεγγύη και στην κοινωνική του απεύθυνση, η τέλεση του Φεστιβάλ είναι δεδομένη, όπως και η ύπαρξή μας.

Καλούμε φορείς, άτομα, συλλογικότητες να τοποθετηθούν δημόσια και να στηρίξουν το Φεστιβάλ με λόγια και με πράξεις.

Συντονιστικό για το 1ο Φεστιβάλ Ορατότητας και Διεκδικήσεων για την Απελευθέρωση Φύλου, Σώματος και Σεξουαλικότητας:
LGBTQI+ Pride Κρήτης

Πολιτικές Χρήσεις του Σώματος στο Δημόσιο Χώρο: Η περίπτωση του GayPride


του Λάζαρου Τεντόμα (Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, εκπαιδευτικός)
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Είναι γνωστό ότι έχει ασκηθεί κριτική για τις παρελάσεις κάθε λογής (στρατιωτικές, μαθητικές, υπερηφάνειας ή οίκτου-διαλέγετε και παίρνετε-, παρελάσεις βροχοποιών, λιτανείες κ.ά.). Η συνισταμένη της κριτικής βασίζεται στο ότι, σε κάθε περίπτωση, προβάλλονται συγκεκριμένες όψεις του ανθρώπινου σώματος, ενώ παραλείπονται ένα σωρό άλλες, με αποτέλεσμα να αναπαράγονται τα στερεότυπα για το πώς αναμένεται η θέαση των σωμάτων στο δημόσιο χώρο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις διαφημίσεις. Για παράδειγμα οι περισσότερες διαφημίσεις στον χώρο της αναπηρίας τονίζουν συγκεκριμένα σημεία του σώματος (κομμένα χέρια ή πόδια κ.λπ.), όπως ακριβώς και στην πορνογραφία ο φακός στέκεται σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος (γεννητικά όργανα, στήθος κ.λπ.). Με αυτόν τον τρόπο το κοινό μαθαίνει να αντιλαμβάνεται το σώμα ως συγκεκριμένη εννοιολογική κατηγορία συνδεδεμένη γραμμικά με προσχηματισμένες επιθυμίες, διαθέσεις και συναισθήματα. Η σεξουαλική επιθυμία ή η λύπηση για το σώμα προκαθορίζονται από επιβαλλόμενους δυϊσμούς: Φυσικό-φυσιολογικό/ανώμαλο, υγιές/άρρωστο, αρτιμελές/ανάπηρο, ανδρικό/ γυναικείο, επιθυμητό/απεχθές, κρυφό/ορατό, συνηθισμένο/ασυνήθιστο.

Πρόκειται δηλαδή για προσχεδιασμένες επιτελέσεις, οι οποίες συμπυκνώνουν τις κυρίαρχες κάθε φορά αντιλήψεις για το πώς γίνεται αποδεκτή-επιθυμητή ή ανεπιθύμητη η δημόσια εικόνα ενός ενιαίου “ολοκληρωμένου” ή “ανολοκλήρωτου” σώματος, το οποίο κάθε φορά θα παρουσιάσουμε ηγεμονικά ή εναλλακτικά, φυσικοποιημένο, λες και τα στοιχεία του προέρχονται απευθείας από το “μαγικό κόσμο της φύσης” που ως “ανώτερη” δύναμη λαμβάνει υπόψη της τις εξουσιαστικές κοινωνικές συνθήκες ως κάτι αναμενόμενο. Με αυτόν τον τρόπο το πολιτικό υποτάσσεται στα κανονιστικά σχήματα περιγράφοντάς τα ως έχουν σαν “ανανεώσεις” της αρχαιολογίας της αισθησιακότητας, μιας παγωμένης εικόνας, σαν στιγμιότυπα που θυμίζουν μνήμες από την “φυσικά” επιβαλλόμενη αισθητική που εναντιώνεται με περηφάνια.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς το gaypride συνομιλεί με τα διαφορετικά σώματα και τι φανερώνει ή αποκρύπτει σε αυτήν την γιορτή περηφάνιας, όπως ονομάζεται. Ασκεί κριτική στην ηγεμονία του ετεροκανονικού-”ολοκληρωμένου” σώματος ώστε να προχωρά σε άλλου είδους κριτική συμπεριλαμβάνοντας κάθε τύπο βιοσημείωσης; Εντοπίζει την επιβολή συγκεκριμένων κανονιστικών προτύπων και κατηγοριοποιήσεων, όπως αυτή του «ικανού σώματος» που έχει επηρεάσει ένα μεγάλο μέρος της ΛΟΑΤ κοινότητας; Με άλλα λόγια, παίζει με τις εικόνες και τους αντικατοπτρισμούς τους;

Ερωτήματα που για να απαντηθούν προϋποθέτουν τη συνειδητοποίηση του στημένου σκηνικού της παρέλασης. Άρματα με μυώδεις νεαρούς πρωτοστατούν στην κεφαλή της παρέλασης. Τα άρματα είναι «ευγενική χορηγία» πολυεθνικών εταιρειών που «περήφανα» στηρίζουν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ. Βεβαίως η παρέλαση δεν είναι μόνο αυτό. Τι είναι όμως αυτό που μένει ως εικόνα στους διάφορους περίεργους ή φιλικούς προς τη ΛΟΑΤ κοινότητα ανθρώπους; Όλη η γιορτή, θα απαντούσε ένας καλόπιστος αναγνώστης. Μάλλον οι σπόνσορες και τα μυώδη αγόρια θα απαντούσε ένας «αντιδραστικός». Δεν νομίζουμε ότι μένει μόνο το ένα ή μόνο το άλλο, μα και κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μελών της παρέλασης. Είναι αυτό που δεν αποτελεί μέρος της θέασης, αλλά για άλλη μια φορά μένει απόκρυφο και δεν βγαίνει στην επιφάνεια,όχι γιατί σεβόμαστε την ιδιωτικότητα. Και από την άλλη υπάρχουμε κι όλοι εμείς που νιώθουμε ότι τα προσωπικά μας συναισθήματα δεν καταφέρνουν να γίνουν δημόσια και εν τέλει ορατά∙ που οι ζωές μας εξακολουθούν να παραμένουν αθέατες όψεις του κοινωνικού και του συλλογικού στο βωμό των εντυπώσεων μιας διαφορετικότητας που κατασκευάζεται, μιας γιορτής που δεν λέει με περηφάνια ότι ΛΟΑΤ είμαστε όλοι εμείς, στη δουλειά, την ανεργία, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις γειτονιές, τις πόλεις και στα χωριά μας.

Ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο η παρέλαση και μεταξύ άλλων κάποια στιγμιότυπα, όπως η επιφανειακή εμβληματικού τύπου ομάδωση ΛΟΑΤ-ΑμεΑ που χωρίς κανένα πολιτικό πρόσημο, «κατακτά» τη θέση-περίπτερό της στο gaypride, προσθέτοντας ακόμα μια κατασκευασμένη κατηγοριοποίηση στο ήδη βεβαρημένο από κατηγοριοποιήσεις-ταξινομήσεις ΛΟΑΤ χώρο. Δημόσιος χώρος είναι η συνεχής και σκληρή διαπραγμάτευση δικαιωμάτων, η κατάκτηση των οποίων θα καλυτερεύσει τις ζωές μας, με ή χωρίς τους μυώδεις νεαρούς, με ή χωρίς το φανταιζί των χρωμάτων της φωσφοριζέ διαφορετικότητας που υπάγονται στις επιταγές των πολυεθνικών και των «έντιμων συμβιβασμών». Εδώ αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσε να προκύπτει η διαφορετικότητα ως αποτέλεσμα της άσκησης κριτικής, όχι στο επίπεδο της περιγραφικής λογικής, μιας δηλαδή επιφανειακής αποτύπωσης του τι είναι δημόσιος χώρος, αλλά γιατί και για ποιους/ες είναι ο δημόσιος χώρος. Το να τοποθετείται ένα προσβάσιμο περίπτερο στη καρδιά της γιορτής του «ικανού» σώματος, σε καμία περίπτωση δεν είναι ένα βήμα ορατότητας των διαφορετικών σωμάτων, αλλά υπονοεί την προσβασιμότητα ως ένα νέο κριτήριο κατηγοριοποίησης, πολλώ δε μάλλον αν αναλογιστούμε ότι η προσβασιμότητα χρησιμοποιείται αποσπασματικά και με ένα γελοίο πολλές φορές τρόπο που όλοι και όλες γνωρίζουμε ότι παραμένει μόνο στα συγκεκριμένα όρια και τα οριοθετημένα τετραγωνικά του περιπτέρου. Για άλλη μια φορά επικράτησε η τομεακή λογική, η οποία επιβλήθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση συμμετοχής, αλλά όπως είδαμε φέτος, δημιούργησε τεχνητή κρίση αποκλεισμού που οδήγησε τα διεμφυλικά άτομα εκτός Pride.

Γιατί οι κοινωνίες ναι μεν οφείλουν να μπερδεύουν τα πάντα, αλλά από την άλλη και να αναγνωρίζουν ποια εί- ναι τα κυρίαρχα πρότυπα θέασης που επιβάλλονται με φανερούς ή υπόγειους τρόπους. Πώς κατευθύνεται η εκ νέου κατασκευή της διαφορετικότητας μέσα σε ένα απολιτίκ κενό και πώς σχεδιάζονται τα σκηνικά στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής λογικής η οποία τα χρησιμοποιεί ως άλλοθι, όχι γιατί αποδέχεται τη πρόσμιξη, αλλά διότι με αυτού του τύπου την τακτική ύπουλα και άδηλα υπονοεί ότι την ελέγχει.

To gaypride δεν είναι γιορτή, είναι μια ευκαιρία για τα κοινωνικά κινήματα να αναδείξουν ότι υπάρχουν αμέτρητες σωματικές πραγματικότητες, τόσες που κανένας δυϊσμός δεν μπορεί να αποτυπώσει. Είναι μια αφορμή για να ξεδιπλωθεί για ακόμη μια φορά το μπερδεμένο κουβάρι του κοινωνικού ιστού, να συνομιλήσουν με ίσους όρους οι συλλογικότητες για τα προβλήματα που μας απασχολούν όλες και όλους. Είναι αυτό που ονομάζουμε πολιτικές χρήσεις του σώματος στο δημόσιο χώρο και όχι πολιτικές επιβολής του ενός και μοναδικού σώματος που σποδέχεται τις επιβαλλόμενες κατηγοριοποιήσεις του χωρίς εντέλει να τις συμπεριλαμβάνει. Γιατί η έννοια της ένταξης προηγείται ιστορικά της συμπερίληψης κάτι το οποίο δεν γίνεται σαφές. Γιατί η ένταξη βασίζεται στη κατηγοριοποίηση/διάκριση των ομάδων για να τις “εντάξει”, ενώ η συμπερίληψη βασίζεται στην άνευ όρων αποδοχή τους και στην αναγνώριση της ρευστότητας των κριτηρίων ταξινόμησης τα οποία εγκαλεί.

Τα αναφέρουμε αυτά για να επισημάνουμε το έλλειμμα της ανάδειξης θεμάτων πέρα από αυτά που η τρέχουσα περιγραφική λογική εννοεί. Ένα gaypride το οποίο θα έπρεπε να έχει σαφείς πολιτικούς στόχους υπεράσπισης δικαιωμάτων, ανοιχτό στο κοινό με στρογγυλές τράπεζες, εισηγήσεις, τοποθετήσεις και ενεργή συμμετοχή σε έναν διαρκή προβληματισμό για τα αιτήματα που μας ενώνουν στις διαφορετικές κατά τα άλλα ζωές μας, στα διαφορετικά σώματα, συναισθήματα και όνειρά μας.

Σεξισμός: ένας μεγάλος εσωτερικός εχθρός


της Χρυσάνθης Μούρτη
(από το τεύχος 4 του "lgbt-Κόκκινο", Ιούνιος 2015)

Είσαι σε μια παρέα αριστερών ή/και αναρχικών. Σύντροφοι που πολιτικά εκτιμάς και που έχεις βρεθεί και θα βρεθείς πολλές φορές μαζί στο κίνημα. Και όπως τα λέτε ωραία ωραία πέφτει το βλέμμα κάποιου σε μια όμορφη –για τα κυρίαρχα πρότυπα- κοπέλα και αρχίζουν να ακούγονται λέξεις όπως «κωλάρα», «μουνάρα» και άλλα τέτοια. Κι εσύ είσαι ο τύπος ή η τύπισσα που ιεραρχεί μάλλον τον αντισεξιστικό αγώνα πιο ψηλά  από τους εν λόγω συντρόφους, ίσως και γιατί ο σεξισμός σε έχει αδικήσει πολύ περισσότερο στην καθημερινή σου ζωή. Και λες «σύντροφοι είναι, δε γίνεται να μην το σχολιάσω, δε γίνεται να κάνουμε εκπτώσεις μεταξύ μας σε αυτά τα πράγματα». Και κάπως έτσι, για πολλοστή φορά, ξεκινάει μια κουβέντα που ανοίγει πολλαπλά ζητήματα που έχουν απασχολήσει πολύ, αλλά όχι αρκετά την Αριστερά.

Το πρώτο ζήτημα είναι ότι βλέπεις τους -υποτίθεται- «ομοίους» σου να έχουν πλήρως ενσωματωμένο ένα κομμάτι μιας άλλης συνείδησης, όχι αυτής που έχει σφυρηλατηθεί από τους φεμινιστικούς και αντισεξιστικούς αγώνες που έχουν δώσει οι πολιτικοί μας πρόγονοι, αλλά της συνείδησης του αντιπάλου, αυτού δηλαδή που και καλά αμφισβητούμε και πολεμάμε, γιατί έχει στην κοινωνία το πάνω χέρι και μας βάζει στη θέση που αυτός θέλει. Κι αυτό όχι γιατί είναι κακό να σου αρέσει κάποιος/α και να το εκφράζεις, αλλά επειδή σημασία έχει το γιατί σου αρέσει και πώς το εκφράζεις. Όταν δηλαδή σου αρέσει συνήθως η τύπισσα με το μεγάλο στήθος ή με τον ωραίο κώλο ή με το τακούνι, μάλλον πρέπει κάποια στιγμή να αρχίσεις να συνειδητοποιείς ότι κάποιος λόγος θα υπάρχει. Και ο λόγος αυτός είναι ότι όλη σου τη ζωή αυτό σου μαθαίνανε για ωραίο και οι διαφημίσεις των ρούχων που φοράς, των αμαξιών που οδηγάς, των ποτών που πίνεις, των προϊόντων με τα οποία καθαρίζεις το σπίτι σου και η τηλεόραση γενικώς και οι τσόντες ειδικώς. Και όχι μόνο σου μάθανε ότι είναι ωραίο, αλλά σου μάθανε και ότι πρέπει να το κατακτήσεις και να το χεις δικό σου για να μπορείς να νιώθεις καλά με τον εαυτό σου και να κοιμάσαι ικανοποιημένος τα βράδια. Άρα και τα κορίτσια πρέπει να φτιάχνονται για να μοιάσουν σε αυτό το πρότυπο, ώστε να τις κοιτάνε τα αγόρια και να νιώθουν κι αυτά καλά με τον εαυτό τους και όσες δεν τα καταφέρνουν να πάνε να πνιγούνε. Άμα έχεις μικρό στήθος, στραβά πόδια ή τρίχες στο πρόσωπο, δεν πας πουθενά. Αυτό είναι που λέμε εμείς οι αντισεξιστές και αντισεξίστριες «αντικειμενοποίηση του σώματος». Και αυτό είναι ένας μηχανισμός που έχει προσφέρει απλόχερα η πατριαρχία στον καπιταλισμό για να βάζει τους ανθρώπους εκεί που τους χρειάζεται, όπως για παράδειγμα (το πιο λάιτ) στη θέση του καταναλωτή προϊόντων καλλωπισμού και αδυνατίσματος. Και τους άντρες φυσικά.

Το δεύτερο ζήτημα, λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, είναι το πώς το εκφράζεις. Εδώ ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο και σημείο πολλών αναλύσεων, άλλων φετιχιστικών και άλλων απαξιωτικών, που έχει αποτελέσει άλλοθι για πολλές συμπεριφορές: ο σεξιστικός λόγος. Από τη μία θα ακούσεις ότι αν δεν χρησιμοποιείς όλες τις λέξεις που σχετίζονται με το σεξ και τα γεννητικά όργανα για να αναφερθείς σε κάποιο πρόσωπο ή σε κάποια πράξη, είσαι πουριτανός και ότι αυτά τα λέει η εκκλησία, και από την άλλη θα συνειδητοποιήσεις ότι και στο μέτωπο του αντισεξισμού, δυστυχώς, πολλοί και πολλές όντως θεωρούν τη χρήση τέτοιων λέξεων και εκφράσεων εξ ορισμού σεξισμό. Εδώ το θέμα είναι να αντιλαμβανόμαστε, με όσες γλωσσολογικές γνώσεις μπορεί να έχει ο καθένας και η καθεμία, ότι οι λέξεις είναι ένα πράγμα πάρα πολύ ισχυρό. Λέμε ότι «οι λέξεις είναι σκέψεις», πράγμα που σημαίνει ότι η γλώσσα έχει την ιδιότητα να αποτυπώνει τις «σκέψεις» ολόκληρων κοινωνιών, όπως αυτές έχουν δομηθεί μέσα στην ιστορία, να αποτυπώνει ολόκληρα κοινωνικά φαινόμενα και συνειδήσεις και μέσα από τη χρήση της να τα αναπαράγει. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι αν θα πεις μια «κακιά λέξη», αλλά το αν αυτό που θα πεις φανερώνει ότι έχεις αποδεχτεί μηχανισμούς καταπίεσης και εξουσιασμού, οι οποίοι μπορούν, για παράδειγμα, να βάζουν τη γυναίκα να καθαρίζει στο σπίτι και να μην πληρώνεται ή να υφίσταται βιασμούς ή το ομοφυλόφιλο άτομο να θεωρείται ανώμαλο και να καταδιώκεται από φασίστες.

Και το τρίτο ζήτημα, το οποίο προκύπτει σε μεγάλο βαθμό και από το δεύτερο, είναι η απαξίωση του αντισεξισμού από την ίδια την αριστερά. Όλο και πληθαίνουν οι αντιδράσεις πολλών αγωνιστών και αγωνιστριών σε αντισεξιστικές τοποθετήσεις, λες και ο αντισεξισμός τους καταπιέζει, δηλαδή. Και εδώ επανέρχεται το ζήτημα των πολιτικών «εκπτώσεων». Απορεί, δηλαδή, κανείς, πώς γίνεται να θέλουμε μια κοινωνία δίκαιη με ίσα δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες για όλους και όλες και παράλληλα να μην αμφισβητούμε τους μηχανισμούς που δημιουργούν τις σημερινές ανισότητες. Απορείς, στην τελική, πώς γίνεται από τη μία να μην ανέχεσαι να πουν το μετανάστη «αράπη» ή «βρωμιάρη» και από την άλλη να ανέχεσαι να πουν τη γυναίκα «μουνί» και τον ομοφυλόφιλο «πούστη». Και βλέπεις κιόλας ότι ακόμα και σε αμερικάνικες χαζοσειρές η μέση συνείδηση καταδικάζει τέτοια φαινόμενα και εμείς η πρωτοπορία χρειάζεται να τα συζητάμε.

Επομένως, είναι πολύ ουσιαστικό το κατά πόσο επιτρέπουμε στο σύστημα να διαμορφώνει τη συνείδησή μας και κατ’ επέκταση τον τρόπο ζωής μας, αλλά και το κατά πόσο εμείς μπαίνουμε στη διαδικασία να αμφισβητούμε τα δεδομένα και να κατανοούμε γιατί και πώς αυτά υπάρχουν. Έτσι μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε ποια είναι η καταπίεσή μας και πώς θα την παλέψουμε. Αλλά και με ποιον και ποια έχουμε κοινό ταξικό συμφέρον και θα παλέψουμε μαζί μέχρι την τελική χειραφέτηση.